Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

Η οικονομία δεν αντέχει αγορές οπλικών συστημάτων από το ράφι

Η ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων στην οικονομία και στο δημογραφικό σε βάρος μας επιβάλλει μια εντελώς διαφορετική διαχείριση της κούρσας των εξοπλισμών με την Τουρκία. Επρεπε να είχαμε γίνει οικονομικότεροι, παραγωγικότεροι, δημιουργικότεροι


Η κούρσα εξοπλισμών με την Τουρκία φέρνει οικονομικές περιπέτειες. 

Η οικονομία δεν αντέχει αγορές οπλικών συστημάτων από το ράφι. Χωρίς σοβαρή αμυντική βιομηχανία θα βρεθούμε σε αδιέξοδο.

Η Ελλάδα έχει εμπλακεί σε κούρσα εξοπλισμών με την Τουρκία. Η προηγούμενη φορά ήταν πριν από 30 χρόνια, μετά την κρίση στα Ιμια.

Τότε πληρώσαμε ακριβά τον υπερεξοπλισμό. Αναπτύχθηκαν φαινόμενα διαφθοράς, αυξήθηκε σταδιακά το δημοσιονομικό έλλειμμα, ενώ η λογιστική διαχείριση του κόστους των εξοπλισμών προκάλεσε την αναθεώρηση του δημόσιου χρέους προς τα επάνω από τους πιστωτές, μετά τη χρεοκοπία του ελληνικού Δημοσίου.

Σήμερα η κούρσα των εξοπλισμών αναπτύσσεται σε πολύ χειρότερες για την πατρίδα μας συνθήκες.

Κι ενώ επιβάλλεται αυστηρότερη και κυρίως δημιουργικότερη και παραγωγικότερη αξιοποίηση των κονδυλίων για την άμυνα, η κυβέρνηση κινείται με προκλητική άνεση και χαλαρότητα, εκτός τόπου και χρόνου.

Εάν δεν αλλάξει προτεραιότητες και μεθόδους, οι οικονομικές συνέπειες θα είναι εξαιρετικά σοβαρές και αυτή τη φορά.

Από τα Ιμια στην Κάσο

Η ισορροπία δυνάμεων δεν εξαρτάται μόνο από το στράτευμα και τους εξοπλισμούς. Σε επίπεδο στρατηγικής εξαρτάται και από άλλους παράγοντες όπως η οικονομία, η προοπτική της, το δημογραφικό.

Τα τελευταία 30 χρόνια η Ελλάδα γνωρίζει μια διαρκή και επιταχυνόμενη ανατροπή της στρατηγικής ισορροπίας δυνάμεων σε όφελος της Τουρκίας.

Το 1996, την περίοδο της κρίσης των Ιμίων, το ελληνικό ΑΕΠ ήταν στα 142,5 δισεκατομμύρια δολάρια. Της Τουρκίας, μιας χώρας πολλαπλάσιας σε μέγεθος και πληθυσμό, ήταν στα 250,3 δισεκατομμύρια δολάρια.

Το μέγεθος της ελληνικής οικονομίας ήταν πάνω από το μισό της τουρκικής, γεγονός που επέτρεπε μια κούρσα εξοπλισμών με ίσους όρους. Το 2025, την περίοδο μετά την κρίση της Κάσου, όπου η Τουρκία εμπόδισε την πόντιση του καλωδίου της ηλεκτρικής διασύνδεσης Κύπρου – Ελλάδας – Ε.Ε., η οικονομική ισορροπία είχε αλλάξει δραματικά σε βάρος μας. Το ΑΕΠ της Ελλάδας ήταν στα 280,4 δισ. δολάρια αλλά της Τουρκίας είχε εκτοξευθεί στα 1.600 δισ. δολάρια.

Η Τουρκία μοιάζει με περιφερειακό οικονομικό γίγαντα με οικονομία πεντέμισι φορές σαν τη δική μας και καλύτερη αναπτυξιακή προοπτική. Τα ίδια και χειρότερα στο δημογραφικό, από τα Ιμια στην Κάσο. Το 1996 η Ελλάδα είχε πληθυσμό 10,6 εκατομμυρίων, το 2026 υποχώρησε προς τα 10 εκατ. Η Τουρκία είχε το 1996 πληθυσμό 61,9 εκατ. ο οποίος αυξήθηκε το 2026 σε 87,9 εκατομμύρια.

Σαν να μην έφτανε αυτό, οι μισοί Τούρκοι είναι κάτω των 34 ετών και οι μισοί άνω των 34 ετών. Στην Ελλάδα οι μισοί είναι κάτω των 47 ετών και οι μισοί άνω των 47 ετών. Είμαστε συγκριτικά και σε απόλυτους αριθμούς ολοένα λιγότεροι και πιο γερασμένοι.

Εικοσαετία αδράνειας

Η ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων στην οικονομία και στο δημογραφικό σε βάρος μας επιβάλλει μια εντελώς διαφορετική διαχείριση της κούρσας των εξοπλισμών με την Τουρκία. Επρεπε να είχαμε γίνει οικονομικότεροι, παραγωγικότεροι, δημιουργικότεροι.

Συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Η Ελλάδα συνέχισε να προμηθεύεται ξένα οπλικά συστήματα από το ράφι, συνέχισε να υποτιμά ζητήματα υποδομής, συντήρησης, προσαρμογής, ενώ δεν ενδιαφέρθηκε για την ανάπτυξη της βιομηχανίας στον τομέα της άμυνας.

Η Τουρκία έκανε αυτά που έπρεπε να είχαμε κάνει εμείς αλλά για διαφορετικούς λόγους. Πριν από 20 χρόνια ο Ερντογάν έθεσε σαν βασικό στόχο την ανάπτυξη της βιομηχανίας στον τομέα της άμυνας. Επιδίωξή του ήταν η στρατηγική αυτονομία της Τουρκίας. Επρεπε, όπως είπε, οι τουρκικές βιομηχανίες να καλύπτουν τις ανάγκες των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων για να μην επαναληφθεί το προηγούμενο της Κύπρου, όπου το δυτικό εμπάργκο στην πώληση όπλων εμπόδισε την πλήρη κατάληψη και κατοχή της Κύπρου από τα τουρκικά στρατεύματα. Είκοσι χρόνια αργότερα, έχει δημιουργηθεί στην Τουρκία ένα πανίσχυρο στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα που συμβάλλει στον έλεγχο του κόστους στον τομέα της άμυνας.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, αποτελείται από 4.000 εταιρείες, που αναπτύσσουν 1.400 προγράμματα και απασχολούν πάνω από 100.000 εργαζόμενους. Καλύπτει 80% των αναγκών των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων και πραγματοποιεί εξαγωγές 11 δισ. δολαρίων τον χρόνο.

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει σοβαρή βιομηχανία στην άμυνα. Υπάρχει μόνο μια χαλαρή δέσμευση να καλύψει, στο απροσδιόριστο μέλλον, το 25% των αναγκών των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων.

Ο Ερντογάν μάς βάζει πιο δύσκολα

Ο Ερντογάν έχει αποκτήσει στρατηγικό πλεονέκτημα απέναντί μας και με την ομιλία του στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα μας έβαλε πολύ δύσκολα. Δήλωσε ότι η Τουρκία θα αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες της στο 3,5% του ΑΕΠ σύμφωνα με τους στόχους του ΝΑΤΟ, πριν από το 2030. Σήμερα δαπανά γύρω στο 2% του ΑΕΠ για την άμυνα. Εμείς δαπανάμε κάτι περισσότερο από το 3% του ΑΕΠ, αλλά δυσκολευόμαστε στην κούρσα των εξοπλισμών λόγω της τεράστιας διαφοράς στο οικονομικό δυναμικό των δύο χωρών. Είναι οικονομικά αδύνατον να ανταποκριθούμε σε μια μεγάλη αύξηση των δαπανών της Τουρκίας για την άμυνα.

Ο Ερντογάν ανακοίνωσε τη δέσμευση ποσού 24 δισ. δολαρίων για την ανάπτυξη του τουρκικού αντιαεροπορικού, αντιπυραυλικού «Ατσάλινου Θόλου». Το αντίστοιχο ελληνικό σύστημα, η «Ασπίδα του Αχιλλέα», έχει προβλεπόμενο κόστος 3 δισ. ευρώ.

Είναι φανερό ότι δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε. Επιπλέον, η κυβέρνηση Μητσοτάκη δέσμευσε δεκάδες δισ. προετοιμαζόμενη για έναν πόλεμο του παρελθόντος, ενώ η Τουρκία προετοιμάζεται με τα δικής της παραγωγής drones και αεροσκάφη χωρίς πιλότους για τους πολέμους του μέλλοντος.

Ο πρόεδρος της Τουρκίας ζήτησε με την ομιλία του στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ την κατάργηση των περιορισμών στην αμυντική συνεργασία μεταξύ των κρατών-μελών της Συμμαχίας. Επιδίωξή του είναι η καλύτερη ένταξη των τουρκικών επιχειρήσεων στην υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκή άμυνα. Οι τουρκικές επιχειρήσεις έχουν κάνει σημαντικές επενδύσεις και εξαγορές στην Ε.Ε., έχουν επιτύχει σημαντικές συμπράξεις. Η Τουρκία προωθεί τη βιομηχανική σύγκλιση αφήνοντας κατά μέρος την πολιτικά δύσκολη στρατηγική σύγκλιση με την Ε.Ε.

Για όλα τα παραπάνω η ελληνική πλευρά δεν έχει απαντήσεις. Εάν συνεχίσει αυτά που κάνει, θα εξαντληθούμε οικονομικά χωρίς να εξασφαλίσουμε μια σύγχρονη, αποτελεσματική δύναμη αποτροπής. Πρέπει να γίνουν πολλά τα οποία ξεπερνούν τις δυνατότητες της κυβέρνησης Μητσοτάκη, πιθανόν και του πολιτικο-οικονομικού συστήματος. Ή αλλάζουμε ή μένουμε ακόμα πιο πίσω στον στρατηγικό ανταγωνισμό με την Τουρκία.

εφ. συν

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Κύρτσος

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αρχειοθήκη ιστολογίου