Το 2022, η Ελλάδα βρέθηκε στην 108η θέση στην ελευθερία Τύπου και έκφρασης, δηλαδή χαμηλότερα από χώρες όπως η Μποτσουάνα και η Μογγολία, καταλαμβάνοντας την τελευταία θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε., μια κατάταξη που μοιάζει παράδοξη για έναν τόπο όπου επικρατεί η αίσθηση πως ο καθένας μπορεί να βγει και να πει δίχως φίλτρο το οτιδήποτε.
Ποια είναι η ψυχοπαθολογία των ελληνικών μίντια και πώς αυτή αντανακλά ή διαμορφώνει την ψυχοπαθολογία των Ελλήνων;
Στην πλειονότητά τους τα ελληνικά μίντια -κατά κοινή ομολογία- δεν είναι ουδέτεροι φορείς πληροφορίας, αλλά εξαρτημένα μέσα από δίκτυα εξουσίας, με αποτέλεσμα ο λόγος τους να μην αντανακλά την πραγματικότητα αλλά να τη διαμορφώνει.
Η απουσία πραγματικής ελευθερίας Τύπου, παρά την αφιλτράριστη πολυφωνία, και η αποσπασματική παρουσίαση της πραγματικότητας δεν είναι ωστόσο το μόνο σύμπτωμα.
Αυτοαναφορικότητα και πριμοδότηση παραμέτρου επικινδυνότητας στην ειδησεογραφική κάλυψη ευαίσθητων θεμάτων είναι κάποιες από τις παθογένειες της σύγχρονης πραγματικότητας των ελληνικών μίντια.
Η έμφαση στο δράμα παραπέμπει σε προνεωτερικές μορφές αφήγησης, όπου η ιστορία οργανώνεται γύρω από ήρωες και αντι-ήρωες.
Έτσι, η πολιτική μετατρέπεται σε ηθικό δράμα και η κοινωνική σύγκρουση σε αφήγηση καλού και κακού.
Αναδύεται δηλαδή ένα σύνθετο πλέγμα επιθυμιών, φόβων και εξουσιαστικών μηχανισμών που συγκροτούν μια ιδιαίτερη «ψυχοπαθολογία» και οι επαναλαμβανόμενες αφηγήσεις περί απειλής καταδεικνύουν μια αδυναμία συμβολοποίησης της πραγματικότητας.
Το κοινό καλείται να ταυτιστεί, να προβάλει και τελικά να εκφορτίσει άγχη χωρίς να γίνεται φορέας κρίσης, ενώ η πολιτική μετατρέπεται σε θέαμα προσώπων και όχι σε σύγκρουση δομών ή ιδεών, επομένως επικρατεί απονοηματοδότηση.
Παράλληλα η υπερβολική αυτοαναφορικότητα, όπου τα ίδια τα μίντια γίνονται ακατάπαυστα αντικείμενο του λόγου τους, δηλαδή παύουν να λειτουργούν ως παράθυρο στον κόσμο και καταλήγουν να γίνονται καθρέφτης του εαυτού τους, δείχνει να είναι σύμπτωμα βαθύτερων δομικών, ψυχικών και πολιτισμικών μηχανισμών. Κι αυτό παράγει με τη σειρά του δημόσιο λόγο επιφανειακό και κυκλικό, πολιτική χωρίς βάθος και ουσιαστική σύγκρουση ιδεών και, κατ’ επέκταση, κουρασμένους και απαθείς πολίτες. Συνεπώς έχουμε μετατόπιση του περιεχομένου από τη συμμετοχή στην απώθηση και την απάθεια. Ταυτόχρονα, τα ελληνικά μίντια, στην πλειονότητά τους, διέπονται από έναν παρανοϊκό μηχανισμό καθώς επιδίδονται στην κατασκευή εχθρών και συνωμοσιών, που ενισχύουν το αίσθημα απειλής. Συχνά μεγεθύνουν μεμονωμένα περιστατικά και τα παρουσιάζουν ως γενικευμένη απειλή, ενώ η «δική μας» πλευρά εξιδανικεύεται. Αυτός ο διχασμός που αναπαράγεται μέσα από τηλεοπτικά παράθυρα και ανεξάντλητα πάνελ θυμίζει την παρανοϊκή-σχιζοειδή θέση όπου η πραγματικότητα απλοποιείται σε απόλυτα δίπολα.
Μήπως τελικά η επιλεκτική προβολή ειδήσεων, η δραματοποίηση, η πριμοδότηση της επικινδυνότητας και η ηθικολογική αφήγηση λειτουργούν ως μηχανισμοί πειθάρχησης, δεδομένου ότι το κοινό εκπαιδεύεται τελικά στο πώς να αισθάνεται: φόβο, αγανάκτηση, εθνική υπερηφάνεια ή ενοχή και όχι πώς να σκέφτεται; Μήπως τελικά αυτή η συναισθηματική οικονομία είναι κρίσιμη για τη διατήρηση της κοινωνικής και πολιτικής τάξης στη χώρα μας;
Το βέβαιο είναι πως η εμμονική ανακύκλωση των ίδιων θεμάτων με τον παραπάνω τρόπο κρύβει έναν καταναγκασμό επανάληψης, όπου το τραύμα -εθνικό, κοινωνικό ή οικονομικό- δεν έχει υποστεί διεργασία, με αποτέλεσμα να αναπαράγεται. Αυτή η σκόπιμη μη διεργασία του τραύματος μοιάζει να εξυπηρετεί συγκεκριμένες εξουσίες σε ένα κράτος που δεν εδραιώθηκε ποτέ στη χώρα μας ως απρόσωπος μηχανισμός. Και γνωρίζουμε πολύ καλά πως όταν οι θεσμοί δεν βιώνονται ως σταθεροί και απρόσωποι, τότε αναπόδραστα η εξουσία προσωποποιείται, η εμπιστοσύνη μετατοπίζεται από τον νόμο στο πρόσωπο και ενεργοποιούνται σχέσεις εξάρτησης που μειώνουν την αγωνία απέναντι σε ένα αβέβαιο σύστημα. Κατ’ επέκταση, η μιντιακή πραγματικότητα είναι μέρος ενός φαύλου κύκλου που διαμορφώνει την κοινωνική μας πραγματικότητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου