Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Απόκριες στη Σαλαμίνα – τότε και τώρα…



Ήξεραν άραγε να γλεντούν καλύτερα τότε; Δεν μπορούμε να ξέρουμε με βεβαιότητα. Εκείνο που γνωρίζουμε είναι πως σίγουρα έχει χαθεί στο πέρασμα του χρόνου αυτός ο αυθορμητισμός, αυτή η διάθεση για ξεφάντωμα, αυτό το μπρίο που χαρακτήριζε παλιότερα τις ημέρες των Αποκρεών.
Ειδικά οι δύο τελευταίες εβδομάδες στη Σαλαμίνα, όπως άλλωστε και σ΄ όλη την Ελλάδα, χαρακτηρίζονταν από πλήθος αποκριάτικα έθιμα αλλά και ιδιαίτερες συμπεριφορές που δεν τις συναντούσες τον υπόλοιπο χρόνο, με κύριο γνώρισμα την ελευθεριότητα του λόγου. Μονάχα τις ημέρες αυτές λόγια που ισορροπούσαν στο χυδαίο και  που υπό άλλες περιστάσεις θα εθεωρούντο οπωσδήποτε αιτία παρεξήγησης, όχι μόνο επιτρέπονταν παρά, ούτε λίγο ούτε πολύ, θεωρούνταν αναπόσπαστο στοιχείο του γλεντιού.

Μάλιστα στο Αμπελάκι υπήρχαν προικισμένοι, ταλαντούχοι «στιχουργοί», άνθρωποι δηλαδή που μπορούσαν να πλέκουν γρήγορα δίστιχα με σκωπτικό, πολλές φορές και …σεξουαλικό περιεχόμενο, τα οποία απήγγειλαν ή τραγουδούσαν στα γλέντια – ενίοτε δε έβρισκαν το μάστορή τους και  ελάμβαναν τη δέουσα απάντηση πάλι σε μορφή δίστιχου από πλευράς του …θιγμένου.  
Οπωσδήποτε τόσο στην Κούλουρη όσο και στο Αμπελάκι η μεταμφίεση έπαιζε κύριο ρόλο, αφού έκρυβε τα πρόσωπα κι έδινε την ευκαιρία στους μασκαράδες να λένε ό,τι θέλουν, ή κάποτε και να κοψοχολιάζουν όποιον θέλουν. Όλο αυτό το παιχνίδι των κρυμμένων προσώπων, με τους υπολοίπους να προσπαθούν να μαντεύουν για ποιον πρόκειται, είχε μια ιδιαίτερη χάρη. Οι στολές απλές, ό,τι έβρισκε ο καθένας: οι άνδρες ντύνονταν τσολιάδες, οι γυναίκες Κουλουριώτισσες, φορούσαν δηλ. την καλή Κουλουριώτικη στολή, άλλοι έβαζαν παλιά ρούχα και παρίσταναν τις γριές ή τους γέρους με τις μαγκούρες, ρούχα αστυνομικού ή στρατιωτικού – αν βρισκόταν και κάνας τέτοιος στην οικογένεια – μάσκες που έφτιαχναν από χαρτόνι κι από γύψο καμιά φορά. Διάθεση να υπάρχει κι όλα τ΄ άλλα βρίσκονται.
Κάθε γειτονιά και γλέντι. Στον Άγιο Μηνά, στην πλατεία, στον Άγιο Ανδρέα, στ΄ Αλώνια, στο Κουφό. Τραγουδούσαν και χόρευαν μόνοι τους, έτσι, τις περισσότερες φορές χωρίς όργανα, ακόμη και μετά τον πόλεμο.  Το γλέντι σταμάταγε μόνο αργά το βράδυ της Καθαρής Δευτέρας. Ήδη από την προηγούμενη μέρα είχαν πλυθεί τα καζάνια με στάχτη, να καθαρίσουν απ΄ το κρέας και να βράσουν την επομένη τη φασολάδα. «Το καμακάκι», το «Κούνα κούνα» ή του «τούντε τούντε», που ακολουθούταν από κινήσεις της κεφαλής και των χεριών που μιμούνταν το κείμενο, είναι κάποια από τα αγαπημένα αποκριάτικα άσματα που όλοι γνώριζαν απ΄ έξω.
Οι παλιότεροι θυμούνται ακόμη την περιφορά του γαιδάρου, πάνω στον οποίο ο αναβάτης καθόταν ανάστροφα και περνούσε όλη την Κούλουρη, κοροϊδεύοντας, πριν καταλήξει κάτω στην Αρμύρεζα, όπου και ο «επίσημος» χορός.
Μετά το 1970 τα πράγματα άρχιζαν ν΄ αλλάζουν. Οι έτοιμες στολές αντικατέστησαν τις αυτοσχέδιες, το τραγούδι στους δρόμους έγινε ταβέρνα, λαϊκό κέντρο, ντισκοτέκ, μπαράκι. Τα αποκριάτικα έθιμα έχασαν την αίγλη τους. Η καρναβαλική παρέλαση αντικατέστησε το γαϊτανάκι. Δεν χρειάζεται πια να αυτοσχεδιάσουμε, ούτε η μεταμφίεση έχει στόχο την αναγνώριση. Κανείς δεν έχει διάθεση για πειράγματα ούτε και δέχεται να τον πειράξουν. Τελικά περάσαμε στην εποχή της σοβαρότητας  ή ολισθαίνουμε ολοένα και περισσότερο στη σοβαροφάνεια, χάνοντας εν τέλει την αίσθηση του χιούμορ και μαζί την ποιότητα της απλότητας στη διασκέδαση και τη χαρά;
Β.Ψ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αρχειοθήκη ιστολογίου