Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014

Καμώματα των εκλογών

Γράφει η
Βίκυ Ψυλλάκη


Ξεκινάς το πρωί ωραία - ωραία απ΄ το σπίτι σου να πας στην τράπεζα, στη ΔΕΗ, στο μπακάλη – άμα σου περισσέψουνε. Δεν προλαβαίνεις καλά καλά να βγεις απ΄ την πόρτα, να΄ σου η Μαρία η γειτόνισσα κουνιστή και λυγιστή η ώρα 8 π.μ., με τις τακουνάρες της, το μαλλί στην πένα, το κραγιόν στην τρίχα  και την τσαντάρα στον ώμο.
-         Ελένη μου καλημέρα.
-          Καλημέρα Μαρία. Για πού ντυμένη έτσι πρωί πρωί;  Τέτοια ώρα εσύ σκούπιζες το πεζοδρόμιο.
-         Καλέ δεν τα΄ μαθες; Τώρα είμαι υποψήφια.
-         Σώπα!!! Και με ποιον βρε Μαρία;
-         Με τον καλύτερο (Και σου πασάρει ένα φυλλάδιο).
-         Μπράβο μπράβο. Καλή επιτυχία.
-         Καλή επιτυχία, ναι Ελένη μου, αλλά να βοηθήσετε όλοι.
-         Τι να βοηθήσουμε δηλαδή;

-         Ε  να, να με γνωρίσετε σε κάνα δικό σας, να μου ανοίξετε το σπίτι σας, να κάνω και γω καμιά συγκέντρωση. Τόσα χρόνια δίπλα δίπλα.
-         Α, Μαριώ μου, σ΄ αγαπάω, σ΄ εκτιμάω, αλλά πώς να σου κάνω συγκέντρωση; Εμείς έχουμε γνωστούς και συγγενείς απ΄ όλους τους συνδυασμούς.
-         Ε  και; Κάνεις και σ΄ αυτούς. Εξάλλου, εμείς θα βγούμε. Και τότε… από μένα ό,τι θέλεις Ελένη μου.
-         Ναι, βρε κορίτσι μου αλλά… αν δε βγείτε;
-         Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, εμείς θα βγούμε σου λέω! Αγριεύει το μάτι της Μαρίας.  Τα γκάλοπ μας δείχνουν μπροστά.
-         Και να βγείτε δηλαδή, το΄ χεις σίγουρο πως θα βγεις κι εσύ;
-         Άμα με βοηθήσετε, θα βγω!
-         Τέλος πάντων, τα ξαναλέμε!
-         Να σου δώσω και ψηφοδέλτια και κάρτες και φυλλάδια… να εδώ είναι.
-         Άλλη φορά, άλλη φορά, τώρα έχω περπάτημα
Αφήνεις τη Μαρία στον πόνο της, σιχτιρίζοντας που το πεζοδρόμιο θα μείνει ασκούπιστο για άλλο ένα μήνα και παίρνεις τη στράτα το στρατί για την τράπεζα. Στη γωνία όμως που κάνεις να στρίψεις να΄ σου ο Σάκης ο υδραυλικός, που τον είχες φωνάξει ένα φεγγάρι να σου φτιάξει μια βρύση στην αυλή και σου ζήτησε τότε ένα πενηντάρικο για 10 λεπτά δουλειά.
-         Καλημέρα, με θυμάστε;
-         Σεις δεν είστε ο υδραυλικός;
-         Ναι (πιο βιαστικός αυτός) τώρα ξέρετε κατεβαίνω υποψήφιος σύμβουλος. Να σας δώσω ένα φυλλάδιο; (και σου πασάρει ένα άλλο φυλλάδιο άλλου συνδυασμού).
-         Ευχαριστώ, καλή επιτυχία.
-         Εγώ να ξέρεις (να΄ τονα τον ενικό ξαφνικά) άμα με ψηφίσεις, θα φτιάξω πολλά πράγματα. Τι θέλει νομίζεις ο δήμος, γραμματιζούμενους; Ανθρώπους του μεροκάματου θέλει, να μπορούν  ν΄ αλλάζουν μια βρύση, που λέει ο λόγος.
-         Μάλιστα. Καλή επιτυχία,  που λέει ο λόγος.
-         Κι άμα βγούμε, ό,τι θες … εγώ!
-         Ευχαριστώ, αν έχω καμιά βρύση για άλλαγμα…
Πας παρακάτω.
-         Καλημέρα σας.
Γυρνάς και βλέπεις μια φατσούλα άγνωστη. Τον από πίσω μου χαιρετά, σκέφτεσαι. Μπααα, δεν είναι κανείς από πίσω. Ρε, πού την ξέρω τη γυναίκα, πού την ξέρω… Γέρασα και δε γνωρίζω πια τον κόσμο.
Πας πιο πέρα.
-Καλημέρα σας.
Άλλη άγνωστη μουτσούνα με μαλλί πορτατίφ. Δε μπορεί, αυτή τη φορά χαιρετά άλλον. Κοιτάς δεξά, κοιτάς ζερβά, κανείς. Μπράβο, ο κόσμος επιτέλους έμαθε να χαιρετά το πρωί. Μια καλημέρα είναι αυτή, την ανταποδίδεις.
-Καλημέρα.
- Να σας δώσω και μια καρτούλα μου;
- Καρτούλα;
-Ναι, κατεβαίνω υποψήφια… σου λέει  το πορτατίφ και σου βάζει με το ζόρι στο χέρι μια κάρτα.
Αααα,  γι΄ αυτό τόσες καλημέρες! μπαίνεις στο νόημα το ζωντόβολο.
Επιτέλους μπαίνεις και στην τράπεζα. Παίρνεις αριθμό και κει που πας να κάτσεις για να περιμένεις, να΄ σου ο μπατζανάκης του κουμπάρου σου που έχετε βρεθεί τελευταία φορά σε μια γιορτή πριν 5 χρόνια.
-Βρε, βρε σαν τα χιόνια, σου λέει (που τα΄ δε ο χριστιανός τα χιόνια Μάη μήνα;) Κι ήθελα να σας βρω. Ο Κώστας καλά;
- Δόξα το Θεώ. Σεις όλοι καλά; ρωτάς και συνειδητοποιείς ότι δεν θυμάσαι ούτε το όνομα του τόσο ‘οικείου’ συνομιλητή σου.
-Λοιπόν, άκου να δεις, κατεβαίνω στις εκλογές. Είπα να βοηθήσω τον τόπο μου και γω, τώρα που δεν έχω δουλειά , να ρίξω ρε παιδί μου καμιά φρέσκια ιδέα ν΄ αλλάξει το νησί. Πάρε καρτούλα και περιμένω στήριξη ε;
Καλά ρε μεγάλε, συ δεν ήσουνα που μια ζωή δούλευες τον κόσμο ότι δούλευες και περίμενες να΄ ρθει το μάννα εξ΄ ουρανού για να σε σώσει κάθε φορά ; Τώρα ετοιμάζεσαι  να σώσεις και το νησί; σκέφτεσαι …αλλά δεν το λες φωναχτά.
 Ευτυχώς έρχεται η σειρά σου για το γκισέ και γλιτώνεις το στενό μαρκάρισμα.
Στο δρόμο προς τη ΔΕΗ,  ακούς έξαφνα μια καλημέρα αλλιώτικη απ΄ τις άλλες. Γυρνάς το κεφάλι και τι βλέπεις; Σε καλημερίζει ο ίδιος αυτός τύπος που σου κάνει την τιμή ν΄ ανοίγει το στόμα του για να σε καλημερίσει ένα μήνα πάντα πριν τις εκλογές.  Τον υπόλοιπο καιρό το σφραγίζει το στόμα για να μη χαλάσει το σάλιο του, το οποίο κρατά αυστηρά για την τελευταία προεκλογική περίοδο. Μόλις η περίοδος αυτή τελειώνει, ξαναμπαίνει στο καβούκι του και σε προσπερνά σκυφτός, περιφρονητικά, αφού για ακόμη μια φορά έμεινε στην απέξω. Τι΄χες Γιάννη τι΄ χα πάντα!
Ο συγκεκριμένος τύπος αδικείται, σκέπτεσαι. Έπρεπε να΄ χει τολμήσει καριέρα στις δημόσιες σχέσεις!
Κατάκοπη, με μια τσάντα φίσκα στο φυλλάδιο και στην κάρτα, επιστρέφεις επιτέλους στο σπίτι, φτιάχνεις ένα καφέ  και πάς ν΄ ανοίξεις το χαζοκούτι να ξεχάσεις τους υποψήφιους.  Αμ δε! Όποιο κανάλι κι αν ανοίξεις να΄ σου μπροστά ο Θεωδωράκης. Όχι, όχι ο Μίκης, αν ήτανε αυτός θα΄ τανε καλά. Ο άλλος , ο άλλος, ο ψευδός δημοσιογράφος, ο υποψήφιος σωτήρας ντε, αυτός που έκανε κόμμα κι από κει που ήμαστε δυο ήμαστε τρεις , θέλουν σώνει και καλά να πιστέψουμε πως γίνανε χίλιοι δεκατρείς. Πάντως ότι καβάλα πάνε … ε, αυτό πια το πιστεύουμε.
Πολύ καβάλα ρε παιδιά αυτήν την εποχή, πολύ καβάλα!
*Απαραίτητες διευκρινίσεις προς υποψηφίους
(προς αποφυγήν παρεξηγήσεων)
1. Οιαδήποτε ομοιότης στο παραπάνω κείμενο με πρόσωπα ή γεγονότα είναι εντελώς συμπτωματική.
2. Όταν λέμε καβάλα, δεν εννοούμε την πόλη Καβάλα.    
Βίκυ Ψυλλάκη


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αρχειοθήκη ιστολογίου