Το ταξί σταματάει λίγο πιο πίσω από τη κεντρική συρόμενη βαριά σιδερένια πόρτα .
Μπροστά μας σταματημένα άλλα δυο ταξί αποβιβάζουν τους ‘άγνωστους’ συνδαιτημόνες μας.
Η υπομονή στην αποβίβαση αυτών αλλά και σε εμάς είναι ένα γνώριμο συναίσθημα, που μας συντροφεύει, από τη στιγμή της διάγνωσης και έπειτα.
Με αργές κινήσεις, σχεδόν αέρινες διανύουμε το προαύλιο, μας υποδέχεται με τη δροσιά ενός ανοιξιάτικου πρωινού και με μια σύνθεση ζωγραφικού πίνακα.. γνώριμη.
Ασθενείς με τον ορό τους συντροφιά, δίπλα δίπλα, να καπνίζουν το τσιγάρο τους με μια μυσταγωγία, σχεδόν μεθυστική (ίσως να είναι το τελευταίο τους ..το ξέρουν και για αυτό το τιμούν), συνοδοί να μιλούν στο τηλέφωνο για τις τελευταίες εξελίξεις της αρρώστιας για το δικό τους άνθρωπο.
Και τα λευκά σακάκια να πηγαίνουν και να έρχονται.
Τελειώνοντας τη συνηθισμένη διαδικασία για την εισαγωγή, φτάνουμε στο δεύτερο όροφο και ακολουθούμε τη πορεία για την τοποθέτηση στο θάλαμο.
Όλα έχουν πάρει τη θέση τους, παίρνω και εγώ το βιβλίο μου και βγαίνω στο διάδρομο να διαβάσω, σεβόμενη την ησυχία που χρειαζόμαστε όλοι μας.
Ξαφνικά την ‘πονεμένη’ ηρεμία, διακόπτει ένα νοσταλγικό τραγούδι:
«είδα μάτια πολλά
γαλανά στη ζωή μου
να κοιτούν απαλά
και να ανάβουν ψυχή μου..»
Ξαφνικά το νοσοκομείο, μετατρέπεται σε μπαλκόνι καντάδας, όπου μια μελαχρινή ψηλή λυγερόκορμη κυριά μετατρέπεται σε κοριτσάκι νέο με έρωτα γεμάτο μέσα στις φωνητικές της χορδές.
Καθηλωμένοι όλοι μας και ακούνητοι για όσες στιγμές διήρκησε το τραγούδι της, παρασυρόμαστε μαζί της, σα θεατές μια άλλης εποχής ..στη Μάνδρα του Αττίκ.
Γράφω για εκείνη λίγα λόγια αυθόρμητα στη τελευταία σελίδα του βιβλίου που κρατούσα στα χέρια μου.
Έχει τελειώσει το τραγούδι της και ξεκουράζεται, ευθυτενής και απαστράπτουσα μέσα στα ολόμαυρα της ρούχα.
Τη πλησιάζω και με υποδέχεται με ένα μοναδικό χαμόγελο ευγένειας στα χείλη της.
-Έγραφες κάτι για εμένα όση ώρα τραγουδούσα.
-Ναι, έγραψα κάτι για εσάς.
- Θα μπορούσα να το διαβάσω;
Της δίνω το βιβλίο.
Το διαβάζει χωρίς τη βοήθεια γυαλιών και αρχίσουν τα μάτια της να τρέχουν διάφανα κρυστάλλινα δάκρυα.
-Σε ευχαριστώ πολύ για τα λόγια σου! Πραγματικά είναι υπέροχα!
Δώσε μου το μολυβί σου να σου υπογράψω, να έχεις κάτι από εμένα.
Μπορείς να βρεις θησαυρούς κρυμμένους κάτω από λάσπες, μπορεί να ακούσεις το κελάηδισμα των πουλιών μέσα σε εκκωφαντικές σειρήνες.
Ένα από τα υπέροχα που μπορείς να συναντήσεις είναι ένα κρεμασμένο ολοκάθαρο χαμόγελο στα πρόσωπα ανθρώπων που παλεύουν κάθε μέρα να κρατηθούν στη ζωή.
Σας ευχαριστώ κ. Αικατερίνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου