Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

Είμαστε όλοι πρόσφυγες



Χτες το βράδυ ξύπνησα απότομα εξαιτίας ενός ονείρου που αποδείχτηκε, όμως, σκέτος εφιάλτης. Ήταν σαν να το ζω στην πραγματικότητα. Βρισκόμουν στη μέση του πουθενά και το μόνο που αισθανόμουν ήταν δυστυχία. Κλάματα από μικρά παιδιά και φωνές απελπισίας από μεγαλύτερους ανθρώπους. Ο κόσμος έτρεχε πανικόβλητος κι από βοήθεια… πουθενά. Κοίταξα γύρω μου κι είδα γκρεμισμένα κτίρια, αναμμένες φωτιές παντού, μια μυρωδιά που σ΄ έπνιγε πλανιόταν στον αέρα, έως που κοίταξα κάτω στο χώμα και στα συντρίμμια και με κάρφωσαν δύο ζευγάρια μάτια που κάθε άλλο παρά ζωντάνια έδειχναν. Νεκροί και τραυματίες παντού.
Συνειδητοποίησα τότε πως βρισκόμουν εν μέσω εμπόλεμης ζώνης, κάτι που αμέσως δικαιολόγησε το αρχικό μου συναίσθημα, τη δυστυχία, και γέννησε νέα: Οργή, ανησυχία, φόβο, πανικό, απελπισία μα, πάνω απ’ όλα, μοναξιά. Σ΄ έναν πόλεμο είσαι εσύ κι ο εαυτός σου. Έτσι και γω έδωσα σήμα στα πόδια μου να κινηθούν, να ξεφύγουν απ’ την παράλυση που είχαν πάθει και να τρέξουν. Να τρέξουν τόσο πολύ μέχρι να νιώσω το αίσθημα της ασφάλειας. Πίσω μου έβλεπα στρατιώτες και πολεμικές μηχανές να σκορπούν τον θάνατο σε ανυπεράσπιστους ανθρώπους, χωρίς διακρίσεις. Ήξερα πως την επόμενη στιγμή θα μπορούσα να ήμουν εγώ αυτός που τα μάτια του θα έκλειναν για πάντα. Φωνές από παντού μας έλεγαν πως είχαμε μια ευκαιρία να ζήσουμε, αν φτάναμε στην παραλία. Πως η θάλασσα ήταν το μόνο μέσο διαφυγής μας από την κόλαση που βιώναμε ετούτη την στιγμή. Πλοία μας περίμεναν όντως στις ακτές κι άνθρωποι πήδαγαν σ’ αυτά ο ένας μετά τον άλλον αρπάζοντας ταυτόχρονα την ελευθερία τους, νιώθοντας ξανά ζωντανοί. Βάρκες και πλοία γέμισαν γρήγορα και το ταξίδι ξεκίνησε. Καθώς απομακρυνόμαστε, κοιτάζαμε πίσω. Βλέπαμε καπνούς κι ακούγαμε πυροβολισμούς κι απελπισμένες φωνές να ζητάνε βοήθεια. Κυρίως όμως βλέπαμε τον τόπο που μεγαλώσαμε κι αγαπήσαμε να γίνεται έρμαιο του πολέμου και να τυλίγεται στις φλόγες.
Μετά από ώρες στη θάλασσα, εξουθενωμένοι απ’ το ταξίδι, φτάσαμε επιτέλους στην πιο κοντινή μας χώρα. Εκεί θα μας προσφερόταν άσυλο σαν πρόσφυγες πολέμου και θα μας φρόντιζαν μέχρις ότου συνεχίζαμε το ταξίδι μας για τις υπόλοιπες χώρες που είχε σκοπό ο καθένας από μας να μεταναστεύσει, ξεκινώντας από την αρχή τη νέα του ζωή. Αντί γι’ αυτό, όμως, συνειδητοποιήσαμε πως δεν ήμασταν ευπρόσδεκτοι. Τελικά και δω υπήρχε «πόλεμος»…

Εκεί ήταν που ξύπνησα. Μου πήρε μερικά λεπτά να χωνέψω όσα μόλις είχα ονειρευτεί και τότε μια σκέψη μου καρφώθηκε στο μυαλό: Μήπως τελικά όλα αυτά δεν ήταν απλά ένα κακό όνειρο;  

Μάριος Θεοχάρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αρχειοθήκη ιστολογίου